Οι Ωρεοί είναι γνωστοί από το 445 π. Χ. ως Ωρεός. Ο οικισμός ήταν προέκταση της πόλης της Ιστιαίας που έπαιζε σημαντικό ρόλο στην Βόρειο ‘Ευβοια και ήταν ήδη γνωστή από την αρχαιότητα. Οργανωτικά η Ιστιαία κάλυπτε περίπου ένα τέταρτο ολόκληρης της ‘Ευβοιας. Αναφέρεται ακόμη και από τον ‘Ομηρο ως ¨πολυστάφυλος¨.
Η Ιστιαία και ο Ωρεός συμπτήχθηκαν μετά τον Πελλοπονησιακό πόλεμο και το όνομα Ωρεός επικράτησε, η σύγχρονη εκδοχή του οποίου είναι Ωρεοί. Η κωμόπολη της Ιστιαίας υπάρχει μέχρι σήμετα και βρίσκεται ανατολικά των Ωρεών. Το 1965 βρέθηκε στο λιμάνι των Ωρεών μαρμάρινο άγαλμα ταύρου το οποίο και ανελκύθηκε. Μετά από έρευνες διαπιστώθηκε ότι το άγαλμα χρονολογείται περίπου από το 400 π. Χ. Ο ταύρος εκτίθεται σήμερα δίπλα στην κεντρική εκκλησία του χωριού.
Από την εποχή γύρω στο 400 π. Χ. χρονολογούνται επίσης δύο οχυρά από τα οποία σώζεται σήμερα μόνο ένα μέρος του οχυρού στα ανατολικά του χωριού. Οι παλαιές εγκαταστάσεις ανακτίστηκαν στην μεσοβυζαντινή εποχή (γύρω στο 1100 μ. Χ.).
‘Εγιναν αργότερα γνωστές μέσω του ιππότη Λικάριου, ο οποίος κατέκτησε το οχυρό το 1275 μ. Χ. Από εκεί καταπολέμησε τους Ενετούς. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τους Οθωμανούς ως κατοικία.
Σήμερα το χωριό συμπεριλαμβάνει γύρω στους 2800 μόνιμους κατοίκους.
